Posted in:

”Τιμολέων” – Το παλαιότερο κουρείο της Ελλάδας βρίσκεται στην Πρέβεζα

Η ιστορία ενός μικρού κουρείου στην καρδιά της Πρέβεζας

Το να κατάγεσαι από μία επαρχιακή πόλη, είναι ένα πλεονέκτημα που δεν το έχουν πολλοί. Εκεί, στην ελληνική ύπαιθρο, μπορείς να γνωρίσεις αυθεντικούς ανθρώπους και ιστορίες που έμειναν αλώβητες στο πέρας του χρόνου, και διατήρησαν τη γοητεία και τη μαγεία άλλων καιρών, μακρινών από τους δικούς μας. Μία τέτοια περίπτωση είναι και ο κ. Τιμολέων Βέσκας, με το παραδοσιακό κουρείο του στο ιστορικό κέντρο της Πρέβεζας. Σε μια γειτονιά που δεν άλλαξε στο παραμικρό από τις αρχές του περασμένου αιώνα, υπάρχουν μερικά μυστικά, που λίγοι τα γνωρίζουν. Ένα από αυτά είναι και το παραδοσιακό κουρείο της πόλης, που σήμερα αποτελεί το παλαιότερο κουρείο της Ελλάδας.

«Το κουρείο υπάρχει από το 1920, το είχε ο πατέρας μου μέχρι το 1946, οπότε και βάλαμε έναν άλλον κουρέα να κρατάει το μαγαζί, και το 1952 το ανέλαβα εγώ, αφού πρώτα έμαθα το επάγγελμα», όπως μου εξήγησε ο κ. Τιμολέων. Στο κουρείο αυτό είχε βρεθεί και ο Κώστας Καρυωτάκης, ο οποίος έμενε λίγο πιο δίπλα στο Σεϊτάν Παζάρι. «Ο μεγάλος ποιητής πήγαινε και στο κουρείο ενός άλλου, που έφερε το όνομα Σταμουλάκης». Αξίζει σ’ αυτό το σημείο να αναφέρουμε ότι «εκείνα τα χρόνια η πόλη είχε 35 κουρεία και με διπλές πολυθρόνες μέσα». Το συγκεκριμένο όμως κουρείο είναι το παλαιότερο στην χώρα μας, καθώς συνεχίζει να λειτουργεί αδιάκοπα από το 1920 μέχρι σήμερα. Σε τρία χρόνια μάλιστα θα συμπληρώσει έναν αιώνα ζωής, και παρά τα χρόνια που πέρασαν, το μαγαζί διατηρεί την ίδια αισθητική. Αυτό είναι άλλωστε που το καθιστά και ξεχωριστό: σε μία εποχή που ανοίγουν παντού νέα μπαρμπέρικα, το κουρείο του Τιμολέοντα παραμένει παραδοσιακό, χωρίς να αλλοιώνεται από τις επιταγές της σύγχρονης ζωής.

«Από το στενό περνάει καθημερινά πολύς κόσμος, και η φωτογραφία μου βρίσκεται μέχρι τα πέρατα του κόσμου», όπως μου είπε με καμάρι ο κ. Τιμολέων. «Ειδικά οι τουρίστες που έρχονται το καλοκαίρι, φωτογραφίζουν μανιωδώς το κουρείο και μαζί μ’ αυτό αποθανατίζουν και εμένα». Άλλωστε ο κύριος Τιμολέων αποτελεί κομμάτι της ιστορίας αυτού του κουρείου, οπότε δικαιούται και με το παραπάνω μία θέση στις φωτογραφίες των ταξιδιωτών, που ξεπεζεύουν στην γραφική πόλη της Πρέβεζας τα καλοκαίρια.

Το κουρείο τυχαίνει να βρίσκεται στο πιο ιστορικό στενό της Πρεβέζης, το λεγόμενο Σεϊτάν Παζάρι. Η ιδιαίτερη αυτή ονομασία δόθηκε στο σοκάκι επί Τουρκοκρατίας, όταν οι ντόπιοι άλειψαν με σαπούνι το στενό, και γλίστρησαν οι έφιπποι Τούρκοι που διέρχονταν από εκεί, με σκοπό να πάρουν τους φόρους από τους καταστηματάρχες. Εκεί μπορεί κανείς να δει σήμερα πέρα από το παραδοσιακό κουρείο του Τιμολέοντα, ένα παλιό τυπογραφείο, και τα λεγόμενα μουσικά καφενεία, που άφησαν ιστορία με τους οργανοπαίχτες τους στην αρχή του 20ου αιώνα, σ’ ένα σκηνικό που μοιάζει να ξεπήδησε από κάποια ταινία εποχής. Σήμερα όλα διατηρούν την γοητεία που είχαν και τότε. Πολύχρωμα δυόροφα κτίρια, ή μονοκατοικίες, με γαλάζια πορτοπαράθυρα, και μπουκαμβίλιες και γιασεμιά να σκιάζουν το πλακόστρωτο, ενώ ρεμπέτικα ακούγονται από τα γραφικά ουζερί και καφενεία.

Από το κουρείο του κυρίου Τιμολέοντα έχουν περάσει μεγάλες προσωπικότητες, από διάσημους ηθοποιούς μέχρι Πρωθυπουργούς της χώρας μας. «Μερικοί από αυτούς που επισκέφτηκαν το κουρείο ήταν ο Βέγγος, ο Φυσσούν, ο Βουτσάς καθώς και ο παλιός δήμαρχος Αθηνών και μετέπειτα Πρωθυπουργός της Ελλάδας Τζαννής Τζαννετάκης». Το κουρείο έχει βρεθεί αρκετές φορές στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και έχουν πραγματοποιηθεί αρκετά αφιερώματα στην τηλεόραση και τον τύπο.

Ο κύριος Τιμολέων πηγαίνει καθημερινά νωρίς το πρωί στο μαγαζί, γύρω στις 08:00, όπου και κάθεται μέχρι το μεσημέρι. Από τις 14:00 και μετά το μαγαζί αναλαμβάνει ένα νέο παιδί, «ο οποίος κάνει τα extreme κουρέματα που θέλουν οι νέοι», όπως μου είπε χαρακτηριστικά ο ίδιος, δείχνοντας με το δάχτυλο το μαλλί μου. Όμως, ο κύριος Τιμολέων επιμένει στο παραδοσιακό, κλασικό κούρεμα και ξύρισμα, όπως έμαθε την τέχνη από τους προηγούμενους.

Στο κουρείο βέβαια, δεν πηγαίνουν μόνο πελάτες. Όσες ώρες βρίσκεται στο μαγαζί, το κουρείο γεμίζει από φίλους και γνωστούς που πηγαίνουν να τον δουν, να πουν τα νέα τους και να σχολιάσουν την επικαιρότητα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το κουρείο λειτουργεί σαν μία δημόσια εστία, που στην αγκαλιά της φιλοξενεί από γνωστούς Πρεβεζάνους, μέχρι άγνωστους ταξιδιώτες, οι οποίοι στέκονται για να γνωρίσουν λίγο καλύτερα το ιστορικό αυτό μέρος της πόλης.

Το κουρείο ανήκει στην εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους, ενώ πλέον τη διαχείριση έχει αναλάβει η Σέβη Βέσκα, κόρη του Τιμολέοντα, επίσης κομμώτρια. Κομμώτρια όμως ήταν και η γυναίκα του Τιμολέων, η κα Θεοδώρα, Λόλα για τους φίλους, η οποία ανακάλεσε κάποιες όμορφες στιγμές από το παρελθόν και μου τις διηγήθηκε. Η ίδια άρχισε να κουρεύει το 1970 και σταμάτησε το 2012. «Ενώ υπήρχαν 35 κουρεία σ’ όλη την πόλη, κομμωτήρια υπήρχαν μόνο τέσσερα», όπως μου είπε η ίδια. Η κα Λόλα άνοιγε το μαγαζί της κάθε μέρα στις 05:00, πριν ακόμη χαράξει ο ήλιος, και το έκλεινε στις 21:00, καθώς είχε πολύ κόσμο να εξυπηρετήσει. «Δεν πήγαινα στο σπίτι ούτε για φαγητό», όπως μου εξομολογήθηκε η ίδια.

«Εκείνη την εποχή έκανα και νύφες, και επειδή δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, με πήγαιναν με τρακτέρ στα γειτονικά χωριά για να τις φτιάξω», ανακάλεσε η ίδια στη μνήμη της. «Και αφού έφτιαχνα τις νύφες, μετά δεν με πλήρωναν αμέσως. Έβαζαν ένα ταψί στο κέντρο, και περνούσε όλο το σόι της νύφης, τη ράντιζε με λίγο νερό για καλή τύχη, και έπειτα έριχναν τα λεφτά της κομμώτριας στο ταψί. Αυτό αποτελούσε ένα τελετουργικό στα χωριά, αλλά στην πόλη τα πράγματα ήταν διαφορετικά». Το επάγγελμα όμως της κομμώτριας ο κόσμος το αντιμετώπιζε υποτιμητικά τότε. Ωστόσο, η κα Λόλα είχε την στήριξη της οικογένειάς της και άνοιξε το δικό της μαγαζί, κόντρα στα κατεστημένα, δείχνοντας σ’ όλη την κοινωνία ότι η κομμωτική είναι τέχνη, κι όχι λόγος για να σε κατακρίνουν.

Φεύγοντας από το μαγαζί του κ. Τιμολέοντα, και αφού συνάντησα και τη σύζυγό του, αισθάνθηκα μια αίσθηση πληρότητας, γνωρίζοντας κάποια πράγματα από την ιστορία του τόπου όπου γεννήθηκα, αλλά και μία νοσταλγία, γιατί εκείνες οι εποχές πέρασαν και δεν θα ξαναέρθουν. Καθώς βάδιζα προς τα πάνω για την παλιά αγορά, έριξα ένα βλέμμα στην οικία του Καρυωτάκη, και μου ήρθαν στο μυαλό οι στίχοι από το ποίημά του, με τίτλο «Αισιοδοξία», που έγραψε τον Απρίλιο του 1928. «Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει / από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής, / κι ας τραγουδήσουμε, — το τραγούδι να μοιάσει / νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής — / τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης, / και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει». Ας υποθέσουμε λοιπόν κι εμείς ότι όλα τα πράγματα μια μέρα θα πάρουν το δρόμο τους, κι ας χαμογελάσουμε στις κακοτοπιές της ζωής, γιατί όπως λέει και ο κ. Τιμολέων «η ζωή είναι πολύ μικρή για να στεναχωριόμαστε · γι’ αυτό θα πρέπει να κάνουμε την κάθε μέρα να μετράει».

protothema.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *